Saturday, 06 December 2014 00:00

Ο Αντώνης Γεωργίου παίζει... πιλόττα στο CultureCy Featured

Written by  Κωνσταντίνος Κοκολογιάννης
Rate this item
(0 votes)

antonis georgiou culturecy

 

Η έμπνευση έρχεται από παλιές φωτογραφίες, από αποκόμματα εφημερίδων, έρχεται κι από την πιλόττα. Μίλησε μας περισσότερο για την τελευταία, με ποιό τρόπο κατάφερε να σε κερδίσει και να εξυπηρετήσει το θέμα/τα θέματα που πραγματεύεσαι στο τελευταίο σου έργο;

 

Από όπου και να έρχεται η έμπνευση πάντα είναι καλοδεχούμενη. Αν και δεν αρκεί μόνο η έμπνευση, είναι μόνο η αρχή για οτιδήποτε, από την άλλη, χωρίς αυτήν δεν ξεκινά κάτι. Προσωπικά δεν μπορώ να προσδιορίσω πως ακριβώς συμβαίνει. Απλώς συμβαίνει. Ίσως μέσα μας μαζεύονται σκέψεις,  προβληματισμοί, εμπειρίες, που ψάχνουν το μέσο, το όχημα για να εκφραστούν και κάποια στιγμή ανεπαίσθητα συμβαίνει, το βρίσκουμε, έρχεται η έμπνευση.

Πιστεύω ότι πάντα γράφουμε για την πραγματικότητα, μέσα φυσικά από μια δική μας οπτική γωνία, χρησιμοποιώντας πρόσωπα και καταστάσεις για να πούμε αυτά που εμείς είδαμε και νιώσαμε. Ακόμα και αν είναι εντελώς φανταστικό το σκηνικό που στήνουμε. Τα ερεθίσματα είναι ποικίλα. Πολλές φορές, οι άνθρωποι δίπλα μου, μια φράση, ένα νεύμα, μια στιγμή κάποιου, άλλοτε μια είδηση στην εφημερίδα. Συχνά παρατηρώ τους γύρω και τους βλέπω ως ...ιστορίες ή μέρος ιστοριών και νιώθω και άσχημα γι’ αυτό!  Για το  Ένα αλπούμ ιστορίες αφορμή ήταν οι ιστορίες που άκουσα από ένα φίλο με αφορμή το θάνατο της γιαγιάς του και τα οικογενειακά αλπούμ.  Ήταν η ιδέα, η αρχή για να αρχίσω και σιγά- σιγά να δημιουργηθεί μια δομή που με βοήθησε να ενσωματωθούν όλες αυτές οι ιστορίες, σαν να ήταν εκεί έτοιμες για να γραφτούν και να ακουστούν.

Κάτι τέτοιο συνέβηκε και με την πιλόττα μάλλον. Οι πρώτες σκέψεις άρχισαν εκεί γύρω στο 2011. Αλλά δεν ξέρω τι προηγήθηκε, η σκέψη να κάνω ένα έργο για την πιλόττα ή ένα έργο για την Κύπρο και ότι έβλεπα γύρω μου,  ήταν η εποχή που η κρίση άρχισε να είναι ορατή, ήταν και η έξαρση των on line casino, των μπούκικων και όλων των σχετικών. Η πιλόττα ήταν μια προσπάθεια να μιλήσω για αυτά άραγε, για να κατανοήσω τι συνέβαινε;  

Έχω μνήμες προσωπικές από πιλόττα βέβαια. Είναι ένα παιχνίδι τόσο έντονα κυπριακό (και ας έχει γαλλική προέλευση, θυμάμαι την έκπληξη μου όταν το έμαθα) με παρελθόν αλλά και παρόν.  Ένα παιχνίδι τύχης αλλά κυρίως τεχνικής και σκέψης όπου υπάρχει έντονο το κλίμα ανταγωνισμού αλλά και συντροφικότητας. Ένα παιχνίδι που θυμίζει έντονα Κύπρο. Σκέφτηκα πως θα μπορούσα να παρακολουθήσω σε ένα θεατρικό μια τέτοια παρέα που μαζεύεται να παίξει πιλόττα, τις αντιδράσεις τους, τις κουβέντες τους. Αναγκαστικά τους χαρακτήρες μου τους  τοποθέτησα σε ένα χρονικό πλαίσιο. Ένιωσα επίσης ότι  ήθελα να δω και τις αλλαγές στους ίδιους και στις μεταξύ τους σχέσεις του μετά από κάποια περίοδο. Σε ένα άλλο χρονικό πλαίσιο. Και οι διαφορετικές συνθήκες σε κάθε εποχή βεβαία είχαν αντίκτυπο πάνω τους και στις ίδιες τις σχέσεις τους. Και γράφοντας κατάλαβα πως υπήρχε και μια πιο εσωτερική ανάγκη να μιλήσω για ότι έβλεπα γύρω μου και να κατανοήσω πως φτάσαμε ως κοινωνία σε αυτό που ζούμε σήμερα. Και η πιλόττα τελικά ενώ είναι κεντρικό σημείο στο έργο, γίνεται το όχημα και το μέσο να παρατηρήσουμε ανθρώπινες σχέσεις αλλά και την κοινωνία της Κύπρου.   

Όλα αυτά η αλήθεια είναι ότι τα σκέφτηκα πιο μετά, μετά από παρόμοιες ερωτήσεις.  ιστορίες. Τα πράγματα στην γραφή του έργου λειτούργησαν συνειρμικά και πιο απλά, ήταν εσωτερικές διεργασίες. Αφού ήρθε η έμπνευση (επιστρέφω στην ερώτηση σου) έστησα ένα τραπέζι και έβαλα γύρω πέντε ανθρώπους. Σε δυο εποχές. Και το παιχνίδι άρχισε και το γράψιμο το ίδιο και οδήγησε εκεί που οδήγησε. Σε ένα «γαμώτο» για ένα σύστημα που έχει το χρήμα για υπέρτατη αξία.

 

 la belote culturecy

 

Ακόμη ένα έργο, έχει προηγηθεί το "ένα αλπούμ ιστορίες", στην καθομιλουμένη κυπριακή. Γιατί την επιλέγεις ξανά; Σου είναι ευκολότερο ή δυσκολότερο να γράφεις στα κυπριακά;

 

Η απόφαση για χρήση της διαλέκτου ήταν εύκολη, όπως ήταν και στο Αλπούμ. Εύκολη διότι ουσιαστικά δεν γινόταν αλλιώς. Δεν μπορούσα να μιλήσω για την Κύπρο,  σε πρώτο πρόσωπο, να ακουστούν ιστορίες και να μην χρησιμοποιηθεί η διάλεκτος. Δεν μπορούσα να έχω στην σκηνή χαρακτήρες συγχρόνους σε ένα έργο με τόσο έντονο κυπριακό χρώμα και να μην μιλούσαν την καθομιλουμένη. Θα ήταν ψεύτικο νομίζω το αποτέλεσμα. Πέραν τούτου στο θέατρο νιώθω ότι κάποτε η καθομιλουμένη κυπριακή φτάνει πιο κοντά μας, μας αγγίζει, βρίσκει αν θέλεις χαραμάδες στο μέσα μας που η κοινή ελληνική δεν μπορεί ίσως να φτάσει. Ίσως.  Δεν υπάρχει κανόνας. Γενικά σε αυτά τα έργα  κατά κάποιο τρόπο με διάλεξε η διάλεκτος, δεν τη διάλεξα. Έχω γράψει όμως και στην κοινή ελληνική. Η χρήση της κυπριακής στην λογοτεχνία και στο θέατρο και γενικά στις τέχνες και όχι μόνο,  δεν πρέπει να γίνεται με κανένα «πρέπει», ούτε να αποκλείεται για γελοίους λόγους περί αφελληνισμού και όλες τις άλλες ανοησίες που ακούγονται κατά καιρού. Πιστεύω ότι οι λογοτέχνες του τόπου αν αφεθούν, καθαροί από «έξωθεν» παρεμβάσεις, μπορούν να νιώσουν σε ποιο είδος, διάλεκτος ή κοινή ελληνική, θέλουν να γράψουν κάθε φορά.

Υπάρχει μια δυσκολία να γραφτεί η διάλεκτος, ειδικότερα στην πεζογραφία. Κακά τα ψέματα, τα διαβάσματά μας, οι λογοτεχνικές μας επιρροές, είναιστην κοινή ελληνική. Στο θέατρο είναι πιο απλά και ειδικά σε αυτό που ουσιαστικά διαδραματίζεται στην σημερινή εποχή και τα ακούσματα είναι εδώ υπάρχουν. Παρόλο αυτά όμως όταν κάναμε ανάγνωση το έργο αντιλήφτηκα πως χρειάζονταν διορθώσεις αφού χωρίς να το καταλαβαίνω υπήρχαν εκφράσεις της κοινής, «γραπτός» λόγος στο προφορικό λόγο σε σημεία που δεν ήθελα. Διότι το έργο κάποτε,  όπως θα δείτε, «παίζει» και με την κοινή ελληνική σε κάποια σημεία που οι χαρακτήρες είτε παπαγαλίζουν αποσπάσματα από βιβλία ή θέλουν να «προσδώσουν» κύρος στα λεγόμενα τους ή να αστειευτούν ή να πειράξουν κάποιον. Μια άλλη χρήση της κοινής Ελληνικής δηλαδή που νομίζω υπάρχει ανάμεσα μας.  

 

 

Η πιλόττα, ένα έργο για τις ανθρώπινες σχέσεις. Για το πώς ο χρόνος και οι συνθήκες αλλάζουν αυτές τις σχέσεις. Πώς το σύστημα ελέγχει τους ανθρώπους κατασκευάζοντας ανάγκες και προσδοκίες." Αυτή η σύγκριση ανάμεσα σε διαφορετικές χρονικές περιόδους ήταν έντονη και στο "άλπουμ", οι παθογένειες μιας κοινωνίας είναι συνδεδεμένες με την ικανότητα της να μαθαίνει από το παρελθόν, την ιστορίας της;

 

Η αλήθεια πέραν από τις αλλαγές στην κοινωνία με ενδιάφερε να δω και πως ο χρόνος (και οι συνθήκες βέβαια)  επηρεάζουν τα όνειρα, τις προσδοκίες, τις ανθρώπινες σχέσεις. Το έργο παρατηρεί μια παρέα αντρών στην διάρκεια μιας δεκαετίας. Σε δυο χρονικές περιόδους τις οποίες ορίζω κατά κάποιο τρόπο ως ορόσημο τόσο για τον τόπο όσο και για τους ίδιους τους ήρωες. Η μια είναι η εποχή του χρηματιστήριου και της πεποίθησης πως όλα είναι δυνατά, πως όλοι μπορούν να κερδίσουν αν ρισκάρουν, λίγο πριν από το λαμπερό Μιλλένιουμ και ενώ υπήρχε μια κάποια ψεύτικη ευμάρεια. Και μετά η αρχή της κρίσης και η εμφάνιση των διαφόρων πρακτορείων στοιχημάτων και των online καζίνο. Μια αν θέλεις πιο ακραία κατάσταση της ιδίας τζογαδόρικης αντίληψης. Δεν είναι βεβαία θέμα μονό της Κύπρου αν και παρατηρώ τη δική μας κοινωνία. Είναι χαρακτηριστικά ενός συστήματος που έχει αναγάγει το κυνήγι του κέρδους σαν υπέρτατη αξία και που ίσως σε χώρες σαν τις δικές μας με λιγότερες αντιστάσεις να παίρνει αυτή την μορφή του πιο ξεκάθαρου τζόγου. Αλλά η δεκαετία αυτή είναι και καθοριστική για τους ήρωες και ως άτομα. Στην πρώτη περίοδο είναι γύρω στα τριάντα και μετά περίπου σαράντα χρονών. Με όνειρα στην πρώτη περίοδο ή με μια αγωνιά να κάνουν κάτι "μεγάλο, πραγματικά μεγάλο" αλλά που αυτό το μεγάλο και το όνειρο είναι τόσο δοτά, είναι πάλι τα λεφτά, ένα μεγάλο αυτοκίνητο, ένα μεγάλο σπίτι, όσα τους πλασάρουν. Και καταλήγουν εκεί στα 40 τους χωρίς όνειρα, χωρίς προσδοκίες, χωρίς συναισθήματα, άδειοι να μετράνε απώλειες, μεταφορικά και κυριολεκτικά.

Οι παθογένειες μιας κοινωνίας επηρεάζονται από τις κυρίαρχες αξίες του συστήματος που κυριαρχεί. Αλλά θα βοηθούσε, αν μπορούσε, μια κοινωνία να μαθαίνει από την παγκόσμια ιστορία βέβαια αλλά και την δική της.  Θα ήθελα να πίστευα πως η κοινωνία μας μαθαίνει από το παρελθόν της, ή την ιστορία της αλλά δεν μπορώ. Δυστυχώς. Δείτε πόσα εύκολα για παράδειγμα ξεχνάμε τις δικές μας προσφυγές όταν έχουμε απέναντι μας μετανάστες. Ή πόσο δεν μαθαίνουμε από όλη την πορεία αυτού που λέγεται «κυπριακό πρόβλημα». Συνήθως καταλήγουμε να διεκδικούμε ότι είχαμε απορρίψει λίγα χρόνια πριν. Ακόμα και όταν λέμε ότι διδασκόμαστε από το παρελθόν, ο καθένας επιλέγει, δυστυχώς, να διαλέγει το παρελθόν και την ιστορία που του συμφέρει. Ας μπορούσαμε τουλάχιστον, για αρχή, να αποδεχτούμε ότι η δική μας αλήθεια δεν είναι η απόλυτη αλήθεια και να γίνουμε πιο ανοιχτοί και στις αλήθειες των άλλων. 

la belote2 culturecy

 

 

Πώς νιώθεις το έργο σου να αλλάζει και να εξελίσσεται μέσα στο χρόνο;

Όταν είσαι κάπου ακόμα ενεργός δύσκολα πιστεύω ότι μπορείς να κρίνεις αυτό που κάνεις. Αλλά αν προσπαθήσω να το δω σαν τρίτος (δύσκολο βεβαία) νιώθω ότι ενώ ταυτόχρονα υπάρχει μια εμμονή σε κάποια θέματα (καθημερινοί άνθρωποι, ιστορίες καθημερινές, ο τόπος, ο χρόνος) αυτοί είμαστε δεν μπορούμε εύκολα να αλλάξουμε, δεν ξέρω και αν θέλουμε να αλλάξουμε, υπάρχει μια προσπάθεια πειραματισμού στην δομή ή στην μορφή ίσως. Και όχι μόνο. Ατό μου αρέσει, δεν το επιδιώκω για χάρη της αλλαγής αλλά έρχεται από μόνο του. Θυμάμαι μια φίλη που μου είπε με απογοήτευση πως δεν της είχε αρέσει η Νόσος , ειδικά επειδή δεν έμοιαζε καθόλου με το Αγαπημένο μου Πλυντήριο. Την καταλαβαίνω. Δεν είναι ανάγκη να αρέσουν όλα όσα κάνουμε σε όλους, αλλά από την άλλη εγώ δεν θεώρησα καθόλου μειονέκτημα πως δεν έμοιαζαν τα ίδια έργα. Φαίνεται ακόμα πως στο θέατρο ακολούθησα μια αντιστροφή πορεία από την πεζογραφία όπου το δεύτερο βιβλίο έχει ένα πιο έντονο πειραματικό χαρακτήρα με την δομή και το στήσιμο.  Στο θέατρο ξεκίνησα πιο «χαλαρά», λιγότερο «θεατρικά»  ίσως γιατί μπήκα στο χώρο αυτό κάπως τυχαία, ή κάπως μη συνειδητά. Είχα στείλει στο διαγωνισμό του ΘΟΚ κάποιους μονολόγους για να δω πόσο θέατρο υπήρχε και πρόεκυψε η παράσταση και τα υπόλοιπα. Έτσι  ξεκίνησα με μονολόγους στο Αγαπημένο μου πλυντήριο , μετα η Νόσος είχε περίεργη δομή, με διακείμενο, παράλληλους μονολόγους, , ο Κήπος μας με συνεχή στρωτό διάλογο αλλά επίσης αναφορές σε άλλα κείμενα,  ενώ η La belote είναι ίσως το πιο «θεατρικό» από όλα , χωρίς βεβαία να λείπει και η εκπληξη νομιζω. Βεβαία τώρα σκέφτομαι ένα κείμενο που δεν το λέω ακόμα θεατρικό αλλά θα ήθελα να το δω στο θέατρο, άρα κανόνες δεν υπάρχουν.

 
Έχεις ξεχωρίσει κάποια θεατρική παράσταση τώρα τελευταία;

Αυτή την περίοδο τρέχω να δω παραστάσεις που είχα αφήσει πίσω. Παρακολούθησα το Τρίτο Στεφάνι του ΘΟΚ σε σκηνοθεσία Τάκη Τζαμαργια.  Είναι πάντα δύσκολο εγχείρημα η δραματοποίηση λογοτεχνικών κειμένων, ήταν φαντάζομαι πολύ πιο δύσκολο ενός τέτοιου εμβληματικού και κυρίως αφηγηματικού κειμένου. Ο σκηνοθέτης πετυχε να ισορροπήσει ανάμεσα στο λογοτεχνικό κείμενο και στο θέατρο χωρίς να προδώσει κανένα από τα δυο, και αυτό δεν είναι εύκολο. Συνήθως προδίδεται είτε το κείμενο, είτε η παρουσίαση δεν είναι θεατρική. Ο Τζαμαργιάς νομίζω κατάφερε και βρήκε το μέτρο με τη βοήθεια και της δραματοποίησης από τον Σάββα Κυριακίδη αλλά και όλων των συντελεστών. Δεν είμαι κριτικός γιού να αναλύσω και να κρίνω το κάθε τι. Εμένα μου άρεσε. Ένιωσα την αίσθηση που μου είχε αφήσει το βιβλίο εκείνη την πρώτη φόρα που το διάβασα. Γέλασα, συγκινήθηκα, γοητεύτηκα.  Ένιωσα ξανά και τα συναισθήματα που μου γέννησε το βιβλίο.  Μια θλίψη κυρίως για όλους αυτούς τους ανθρώπους που παρασύρονται από την ζωή και την ιστορία. Σαν να συναντούσα ένα παλιό γνώριμο. Όχι μόνο το βιβλίο αλλά και κομμάτια από την δική μας ζωή.

 

 

 

 

 

Read 10277 times Last modified on Saturday, 06 December 2014 16:54

More...

No sub-categories to show!
Template Settings

Color

For each color, the params below will give default values
Tomato Green Blue Cyan Pink Purple

Body

Background Color
Text Color

Footer

Select menu
Google Font
Body Font-size
Body Font-family
Direction